(Ένα ποίημα του Γκύντερ Γκρας)*
Στου χάους το χείλος, γιατί με την αγορά δεν συνεμορφώθη,
Στέκεσαι μακριά της, από τη χώρα που το λίκνο σου δάνεισε.
Ό,τι με την ψυχή γύρευες, θεώρησες ότι βρήκες, τώρα το περιφρονείς,
για παλιοσίδερα το υπολογίζεις.
Χρεωμένη, γυμνή διαπομπεύεται, μια χώρα που υποφέρει,
που ευγνωμοσύνη της χρωστάς όπως συνήθιζες να λες.
Χώρα σε φτώχεια καταδικασμένη, που τα διατηρημένα πλούτη
της μουσεία κοσμούν:
λάφυρα που εσύ φυλάς.
Όσοι με όπλων βία λυμαίνονταν την ευλογημένη με νησιά χώρα,
στης στολής τους τον γυλιό τον Χέλντερλιν κουβαλούσαν.
Χώρα που μόλις και ανέχεσαι,
που τους συνταγματάρχες της κάποτε για συμμάχους ανεχόσουν.
Άνομη χώρα, που ο νόμος της εξουσίας
το ζωνάρι όλο και πιο σφιχτά της σφίγγει.
Σε πείσμα σου η Αντιγόνη ντύνεται στα μαύρα και απ’ άκρη σ’ άκρη
φοράει πένθος ο λαός που κάποτε σε φιλοξένησε.
Έξω από τη χώρα όμως του Κροίσου οι ακόλουθοι
στοίβαξαν ό,τι χρυσό λάμπει
στα θησαυροφυλάκια σου.
Πιες επιτέλους, πιες! ουρλιάζουν των επιτρόπων χειροκροτητές,
αλλά ο Σωκράτης οργισμένος σου επιστρέφει το ποτήρι γεμάτο.
Εν χορώ οι θεοί θα καταραστούν καθετί δικό σου,
που τον Όλυμπό τους θέλεις να τους πάρεις.
Ανόητη, θα μαραθείς δίχως τη χώρα
που το δικό της πνεύμα εσένα, Ευρώπη, επινόησε.
*τη μετάφραση έκανε η Ανθή Βηδενμάιερ
του Τμήματος Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας.
Της ζητώ συγγνώμη που δε ζήτησα την άδειά της για να το δημοσιεύσω
και της δηλώνω ότι βρίσκω τη μετάφρασή της εξαιρετική!
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

1 σχόλιο:
Γεια σου, ο παντελης ειμαι, μπαινεις καθολου στο facebook?
Δημοσίευση σχολίου